GAINSBOURG – Nazi Rock

22/04/2010

Δυνατή βουτιά στην ψυχή του Σερζ Γκενσμπούργκ, με το… κινηματογραφικό video clip του “Nazi Rock“, λίγες ώρες πριν το Gainsbourg βγει στις αίθουσες.

Advertisements

GAINSBOURG – Πρεμιέρα (με φουστανέλλα!)

16/04/2010

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε χθες βράδυ, Πέμπτη 15 Απριλίου, η επίσημη πρεμιέρα του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου με πανηγυρική προβολή της ταινίας GAINSBOURG του Ζοάν Σφαρ, που θα βγει στους κινηματογράφους από τη Filmopolis στις 22 Απριλίου.

Βασίλης Αλεξίου, Ζοάν Σφαρ, Δημήτρης Κομίνης

Στην προβολή ήταν παρόντες ο σκηνοθέτης, Ζοάν Σφαρ, ο ανάδοχος του Φεστιβάλ, σχεδιαστής Ζαν Πολ Γκοτιέ (φορώντας την αγαπημένη του φουστανέλλα!), η Νάνα Μούσχουρη, ο Πρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα, κ. Κριστόφ Φαρνό, και πολλοί εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού και πολιτικού στερεώματος.

Ζοάν Σφαρ, Ζαν-Πολ Γκοτιέ

 

Νάνα Μούσχουρη, Ζοάν Σφαρ

Βίκη Χατζηβασιλείου, Ζοάν Σφαρ

Ζοάν Σφαρ

Φωτογραφίες από τη χθεσινή εκδήλωση μπορείτε να κατεβάσετε, σε υψηλή ανάλυση, από το link http://www.studiokominis.com/client/categories.php?cat_id=41


GAINSBOURG – γνωρίστε τον αληθινό Σερζ

09/04/2010

Με μια μικρή περιήγηση στο youtube, πάρτε μια… πιπεράτη γεύση από την προσωπικότητα του Σερζ Γκενσμπούργκ, με τη δημιουργικότητα, την πρόκληση, τον ερωτισμό και το ταλέντο στη ζωή, που τον έκανε ταυτόχρονα διάσημο και κακόφημο, λατρεμένο και μισητό.

Δείτε τη Φρανς Γκαλ να τραγουδά το “Les Sucettes” (Τα γλυφιτζούρια), με προφανή δυσαρέσκεια για τους “παιχνιδιάρικους” στίχους.

Ακούστε τον Γκενσμπούργκ να τραγουδά το “je t’ aime… moi non plus” με την Μπριζίτ Μπαρντό την εποχή του μεγάλου τους έρωτα…

…αλλά και με την Τζέιν Μπίρκιν, την εκδοχή που έμεινε κλασική, μαζί με εικόνες από την προσωπική τους ζωή.

Παρατηρήστε την ένταση ανάμεσα στην Μπίρκιν και τον Γκενσμπούργκ στη σκηνή του μπάνιου από την ταινία “Slogan”, όπου πρωτογνωρίστηκαν.

Μπείτε σε… απαγορευμένα ύδατα με το “Lemon Incest”, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι μαζί με τον Σερζ και την κόρη του, Σαρλότ.

Αναγνωρίστε τη Βανέσα Παραντί στα πρώτα της βήματα στο making of του “Variations sur la Meme t’ Aime”.

Και για κλείσιμο, ξεκαρδιστείτε με την αμηχανία της Γουίτνι Χιούστον όταν ο Σερζ Γκενσμπούργκ εκφράζει ελεύθερα τι θέλει να της… κάνει!

Η ταινία Gainsbourg βγαίνει στους κινηματογράφους στις 22 Απριλίου από τη Filmopolis.


GAINSBOURG – Δείτε το trailer

07/04/2010

Gainsbourg – 22 Απριλίου στους κινηματογράφους

Επίσημη Πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, 15 Απριλίου


GAINSBOURG – Φωτογραφίες

07/04/2010

Στιγμές από την (κινηματογραφική) ζωή του Σερζ Γκενσμπούργκ

Initials BB

 Μια ζωή ηρωική

Παιδικά χρόνια στο Παρίσι της κατοχής

Η δημιουργικότητα της παρακμής

Baby Alone in Babylone

Love on the Beat

 

Je t' aime... moi non plus

Olympia, Juliette Greco

Joann Sfar

poster


GAINSBOURG – Ενα Ηρωϊκό Χρονολόγιο

07/04/2010

2 Απριλίου 1928 Γεννιέται στο Παρίσι ο Λουσιέν Γκίνσμπουργκ, γιος του Γιόζεφ Γκίνσμπουργκ και της Ολγκα Μπέσμαν, Ρωσω-εβραίων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1917. Μαζί γεννιέται και η δίδυμη αδελφή του, Λιλιάν.

1946 Ξεκινά μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι και σκοπεύει να γίνει ο νέος Γκόγια. Παράλληλα ακολουθεί τα χνάρια του πατέρα του και δουλεύει παίζοντας πιάνο σε τζαζ μπαρ.

3 Νοεμβρίου 1951 Παντρεύεται τη Λίζε Λεβίτσκι, χωρίζουν το 1957.

1954 – 1957 Ο Γκενσμπούργκ αρχίζει να συνθέτει δικά του τραγούδια και να γράφει τους στίχους – τα περισσότερα απ’ αυτά τα δίνει στις διάσημες τραβεστί του καμπαρέ «Chez Madame Arthur».

1958 Αποκηρύσσει τη ζωγραφική, καταστρέφει όλους του τους πίνακες, γνωρίζει τον Μπορίς Βιάν και αφοσιώνεται στη μουσική. Κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ του, «Du Chant À La Une!» που περιλαμβάνει το κλασικό, πια, τραγούδι «Le Poinçonneur des Lilas». Οι στίχοι περιγράφουν μια μέρα στη ζωή ενός υπαλλήλου του Μετρό του Παρισιού, ο οποίος τρυπά τα εισιτήρια των επιβατών. Η δουλειά του είναι τόσο μονότονη που σκέφτεται να κάνει μια τρύπα στο δικό του κεφάλι.

Δεκαετία 1960 Εγκαταλείπει τα παλιομοδίτικα τραγούδια του Μπορίς Βιάν και την τζαζ και γράφει ποπ επιτυχίες για ονόματα όπως η Ρεζίν, η Δαλιδά, η Μάριαν Φέιθφουλ, η Μπαρμπαρά και η Πετούλα Κλαρκ.

1961 Κερδίζει σε δημοτικότητα, ο χώρος της τέχνης τον λατρεύει όσο η κριτική τον αντιμετωπίζει αμήχανα ή επιθετικά. Δίνει παραστάσεις στο Olympia, ως προσκεκλημένος πρώτα του Ζακ Μπρελ κι έπειτα της Ζουλιέτ Γκρεκό.

7 Ιανουαρίου 1964 Παντρεύεται τη Φρανσουάζ-Αντουανέτ «Μπεατρίς» Πανκράτσι, με την οποία κάνει δύο παιδιά – τη Νατάσα και τον Πολ. Χωρίζουν το 1966

1965 Το τραγούδι του «Poupée de Cire, Poupée de Son» είναι η συμμετοχή του Λουξεμβούργου στο διαγωνισμό της Eurovision. Ερμηνεύει η έφηβη Φρανς Γκαλ και το τραγούδι παίρνει την πρώτη θέση! Την ίδια χρονιά, η 17χρονη Φρανς Γκαλ τραγουδά ένα ακόμα τραγούδι του Γκενσμπούργκ, το «Les Sucettes» – Τα Γλιφιτζούρια. Με στίχους που γεμάτοι αθωότητα παραπέμπουν στο στοματικό έρωτα (χωρίς η νεαρή τραγουδίστρια να το έχει καταλάβει), το τραγούδι προκαλεί σκάνδαλο στη Γαλλία και αναχαιτίζει την καριέρα της Γκαλ για αρκετά χρόνια.

1967 Ζει ένα σύντομο αλλά παθιασμένο έρωτα με την Μπριζίτ Μπαρντό, στην οποία αφιερώνει το άλμπουμ Initials BB και το ομότιτλο τραγούδι. Για εκείνη γράφει τα «Harley Davidson», «Comic Strip» και το περίφημο ντουέτο «Bonnie and Clyde». Η Μπαρντό, στο απόγειο της δόξας της, ποζάρει πάνω σε μια Harley ή ντύνεται σα φιλενάδα ενός γκάνγκστερ στο «Show Bardot», τον Ιανουάριο 1968 και σφραγίζει με την εικόνα του Γκενσμπούργκ την αιωνιότητα.

1968 Ερωτεύεται την πολύ νεώτερή του Αγγλίδα τραγουδίστρια και ηθοποιό Τζέιν Μπίρκιν, την οποία γνωρίζει στα γυρίσματα της ταινίας «Slogan». Η Μπίρκιν θυμάται το πρώτο τους ραντεβού – την πήγε πρώτα σε ένα μπαρ, μετά σε ένα κλαμπ με drag show και μετά στο Ξενοδοχείο Hilton, όπου εκείνος λιποθύμησε από το ποτό. Παντρεύονται λίγο καιρό μετά. Το 1971 αποκτούν μια κόρη, την ηθοποιό και τραγουδίστρια Σαρλότ Γκενσμπούργκ. Η Μπίρκιν τον εγκαταλείπει το 1980.

1969 Κυκλοφορεί το «Je t’ aime… moi non plus», με ερωτικούς στίχους και έναν ηχογραφημένο γυναικείο οργασμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε αρχικά με τον Γκενσμπούργκ και την Μπριζίτ Μπαρντό αλλά όταν η BB φοβήθηκε την αντίδραση του συζύγου της πολυεκατομμυριούχου Γκούντερ Ζακς, ηχογραφήθηκε ξανά με την Τζέιν Μπίρκιν στη θέση της. Παρότι ο Γκενσμπούργκ το χαρακτήρισε ως «το απόλυτο ερωτικό τραγούδι», στη Γαλλία θεωρήθηκε υπερβολικά προκλητικό, σε πολλές χώρες απαγορεύτηκε και το Βατικανό το κήρυξε επίσημα προσβλητικό. Ωστόσο, το τραγούδι έμεινε στην ιστορία ως το διασημότερο του δημιουργού του και διασκευάζεται ακόμα.

Δεκαετία 1970 Πειραματίζεται με τη ροκ μουσική και με τη ρέγκε.

1971 Κυκλοφορεί το concept άλμπουμ «Histoire de Melody Nelson», σε παραγωγή Ζαν-Κλοντ Βανιέρ και με θέμα έναν απαγορευμένο έρωτα με μια λολίτα. Η επίδραση του άλμπουμ είναι εμφανής σε καλλιτέχνες όπως οι Air, David Holmes, Jarvis Cocker, Beck και Dan the Automator.

1973 Παθαίνει το πρώτο του έμφραγμα, ενώ δεν παύει να εμφανίζεται σε μπαρ και στην τηλεόραση καπνίζοντας και πίνοντας ακατάπαυστα.

1975 Κυκλοφορεί το άλμπουμ «Rock Around the Bunker», με θέμα το ναζισμό.

1978 Ηχογραφεί στη Τζαμάικα το «Aux Armes et cetera», μια ρέγκε διασκευή της Μασσαλιώτισσας. Λόγω του τραγουδιού ο Γκενσμπούργκ δέχεται δολοφονικές απειλές από τους δεξιούς βετεράνους του πολέμου της Αλγερίας. Ο Μπομπ Μάρλεϊ εξαγριώνεται όταν μαθαίνει ότι η γυναίκα του, Ρίτα, τραγουδά ερωτικούς στίχους. Λίγο αργότερα ο Γκενσμπούργκ αγοράζει το πρωτότυπο χειρόγραφο της Μασσαλιώτισσας και απαντά στους επικριτές του λέγοντας ότι η δική του εκδοχή είναι η πιο πιστή στις προθέσεις του πρωτότυπου.

1979 Επιστρέφει, μετά από χρόνια αποχής, στις live εμφανίσεις, στο Palace, όπου αποθεώνεται.

Δεκαετία 1980 Πάντα σε επικοινωνία με την εποχή του, βυθίζεται στην electronica. Ταυτόχρονα, επεκτείνεται σε νέα πεδία, εκδίδοντας το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ευγένιος Σόκολοφ». Εκφράζει τον πόνο του για το χωρισμό του από την Μπίρκιν γράφοντας το άλμπουμ « Souviens-toi de m’oublier» για την Κατρίν Ντενέβ, το οποίο περιέχει το κλασικό «Dieu est un fumeur de havanes» και γίνεται μεγάλη επιτυχία. Λίγο μετά γράφει ένα άλμπουμ για την Ιζαμπέλ Ατζανί και, παράλληλα, το «Baby Alone in Babylone» μία από τις ωραιότερες δουλειές του για την Μπίρκιν.

1984 Ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και μέσα σε μια εβδομάδα ηχογραφεί το «Love on the Beat», το πιο επιτυχημένο, εισπρακτικά, άλμπουμ του, που περιέχει το τραγούδι – πέτρα του σκανδάλου «Lemon Incest» που τραγουδά με την κόρη του, Σαρλότ.

Μάρτιος 1984 Σε μια από τις τακτικές του εμφανίσεις, κατά τη δεκαετία του ‘80, στην τηλεόραση, όπου εμφανίζεται αξύριστος και μεθυσμένος, παρανομεί καίγοντας μπροστά στην κάμερα ένα χαρτονόμισμα των 500 φράγκων, διαμαρτυρόμενος για την υψηλή φορολόγηση.

1986 Με την τελευταία του σύντροφο Μπαμπού (Καρολάιν φον Πάουλους) αποκτά τον γιο του Λουσιέν, ή Λουλού.

Απρίλιος 1986 Καλεσμένος στη ζωντανή δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή του Μισέλ Ντρουκέρ, μαζί με την Γουίτνι Χιούστον αναφωνεί προς την τραγουδίστρια «I want to fuck her!»

Δεκέμβριος 1988 Μέλος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Val d’Isere και κάνοντας μια παρουσίαση σε κατάμεστη αίθουσα, μεθυσμένος, αρχίζει να αφηγείται μία ιστορία που περιλαμβάνει την Μπριζίτ Μπαρντό κι ένα μπουκάλι σαμπάνιας αλλά πριν την ολοκληρώσει λιποθυμά. Από τότε η υγεία του ολοένα και χειροτερεύει.

1990 Γράφει ένα άλμπουμ για την πρωτοεμφανιζόμενη Βανέσα Παραντί, με την τεράστια επιτυχία «Joe le Taxi».

2 Μαρτίου 1991 Ο Σερζ Γκενσμπούργκ πεθαίνει από έμφραγμα. Η ταφή του γίνεται στο εβραϊκό τμήμα του Νεκροταφείου του Μονπαρνάς, στο Παρίσι και η κηδεία του σταματά όλη την κίνηση στην πόλη. Την τελετή ανοίγει η Κατρίν Ντενέβ, διαβάζοντας τους στίχους από το «Fuir le bonheur de peur qu’il ne se sauve». Ο τότε Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν λέει «Ηταν ο δικός μας Μποντλέρ, ο δικός μας Απολινέρ. Ανήγαγε το τραγούδι σε μορφή ύψιστης τέχνης.» Το σπίτι του, στην οδό Βερνέιγ είναι ακόμα καλυμμένο με γκράφιτι και ποιήματα αγάπης και θαυμασμού. Οι στίχοι του διδάσκονται στα σχολεία σε μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας.

Για περισσότερες πληροφορίες http://www.universalmusic.fr/artiste/serge–gainsbourg/


GAINSBOURG – Δελτίο Τύπου

07/04/2010

Θέλεις να σου γράψω ένα βρώμικο τραγούδι;

Η ταινία που μάγεψε το κοινό της Γαλλίας, αποτυπώνοντας στην οθόνη την πιο προκλητική και γοητευτική προσωπικότητα του σύγχρονου πολιτισμού της, θ’ αποτελέσει την Επίσημη Πρεμιέρα του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010 και θα βγει στους κινηματογράφους στις 22 Απριλίου από την εταιρεία κινηματογραφικής διανομής Filmopolis.

Ενσωματώνοντας τα καλύτερα στοιχεία από τις ταινίες «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο» και «Αμελί», η ταινία «Gainsbourg» του Ζοάν Σφαρ αποτελεί μια πρωτότυπη προσέγγιση της προσωπικότητας μιας από τις σπουδαιότερες ανατρεπτικές φιγούρες του γαλλικού πολιτισμού: του διάσημου και κακόφημου Σερζ Γκενσμπούργκ (Ερίκ Ελμοσνινό), με την υπογραφή ενός από τους πιο δημοφιλείς εκπροσώπους των γραφικών τεχνών στην εποχή μας και της ομάδας που δημιούργησε το μαγικό κόσμο του «Λαβύρινθου του Πάνα».

Συντελεστές

Παραγωγή Μαρκ ντι Πονταβιτσέ, Ντιντιέ Λιπφέρ

Σκηνοθεσία – Σενάριο Ζοάν Σφαρ

Φωτογραφία Γκιγιόμ Σίφμαν

Μοντάζ Μαριλίν Μοντιέ

Μουσική Ολιβιέ Νταβιό

Ηχος Ντανιέλ Σομπρινό

Σκηνικά Κριστιάν Μαρτί

Κοστούμια Πασκαλίν Σαβάν

Πρωταγωνιστούν Ερίκ Ελμοσνινό, Λούσι Γκόρντον, Λετίσια Κάστα, Νταγκ Τζόουνς, Αννα Μουγκλαλίς, Μιλέν Ζαμπανουά, Σάρα Φορεστιέ, Γιολάντ Μορό

Διάρκεια 130’

Διανομή Filmopolis

www.gainsbourg-lefilm.com, www.gainsbourgfilm.com

Σύνοψη

Η ταινία διηγείται τη διασκεδαστική και απίστευτη ιστορία του θρύλου της μουσικής, Σερζ Γκενσμπούργκ και της διάσημης «Φάτσας» του. Ένα μικρό εβραιόπουλο τριγυρνά στο Παρίσι ανάμεσα στα πόδια του Γερμανού κατακτητή. Αργότερα, ένας νεαρός, συνεσταλμένος ποιητής (Ερίκ Ελμοσνινό) εγκαταλείπει τους πίνακες και το δωμάτιό του κάτω από τις γραφικές στέγες της πόλης για να θαμπώσει τα πλήθη των κλαμπ στα Swinging Sixties. Μια ζωή στα όρια, όπου πλάσματα της φαντασίας του ήρωα παίρνουν μορφή στην οθόνη με ευρηματικό τρόπο και ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του ζευγαρώνει με τα ερωτικά του σκάνδαλα που προκάλεσαν θραύση στη Γαλλία για δεκαετίες. Από αυτά τα στοιχεία γεννιέται ένα σπουδαίο έργο, με πρωταγωνιστή μια ιδιοφυία και πραγματικό επαναστάτη που κυριολεκτικά αναστατώνει ολόκληρο τον κόσμο μέχρι να κλείσει τα μάτια, το 1991, στα 62 του χρόνια. Η Λετίσια Κάστα κρατά το ρόλο της Μπριζίτ Μπαρντό, η Μιλέν Ζαμπανουά υποδύεται την τελευταία ερωμένη του Γκενσμπούργκ, την Μπαμπού, η Αννα Μουγκλαλίς μεταμορφώνεται στην τραγουδίστρια Ζουλιέτ Γκρεκό, που συνεργάστηκε με τον Γκενσμπούργκ για χρόνια.

Η Ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα μικρό αγόρι, ο Λουσιέν, περιδιάβαινε τους δρόμους του Παρισιού, επιδεικνύοντας περήφανα το μισητό κίτρινο αστέρι στο πέτο του. Βρισκόμαστε στο 1941. Όταν συναντά τα ναζιστικά στρατεύματα, το αγόρι με τους Ρωσσο-εβραίους γονείς και την παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια τραγουδάει τη Μασσαλιώτισσα, παρότι δεν ξέρει καλά τα λόγια.

Κι ύστερα κάτι κάνει το μικρό Λουσιέν να σταματήσει – η αντισημιτική προπαγάνδα παρουσιάζει την καρικατούρα ενός Εβραίου. Εχει μια άσχημη φάτσα που του μοιάζει επικίνδυνα πολύ. Η φάτσα του είναι κολλημένη στους τοίχους ώστε όλοι να τη βλέπουν και να τη χλευάζουν.

Θέλει να το βάλει στα πόδια ή να σβήσει την γκροτέσκα φιγούρα, αλλά δεν το κάνει. Η καρικατούρα ξαφνικά ζωντανεύει, ξεπηδά από τον τοίχο κι αρχίζει να ακολουθεί το αγόρι. Από εκείνη τη στιγμή, η φάτσα δε θα τον εγκαταλείψει ποτέ. Θα γίνει η σκιά του, η κατάρα του, η έμπνευση και η συντροφιά του, το alter-ego του.

Αν και ακόμα δεν το ξέρει, ο μικρός Λουσιέν κάποια μέρα θα γίνει διάσημος ως Σερζ Γκενσμπούργκ.

Αυτή η ιστορία αφηγείται τη ζωή ενός ήρωα. Μιλά για ένα αγόρι που περιφέρεται στο Παρίσι της κατοχής εξαπολύοντας λέξεις σα να βάζει λουλούδια στην κάνη ενός όπλου.

Είναι μια ιστορία για την κατάκτηση. Ενας παθιασμένος εραστής, παρά την αντίξοη όψη του, καταφέρνει να προσελκύσει τη μυθική Μπριζίτ Μπαρντό (Λετίσια Κάστα) στο κρεβάτι του, ν’ αποπλανήσει την Τζέιν Μπίρκιν φορώντας εσώρουχο στα χρώματα της γαλλικής σημαίας, και να συνοδεύσει τη Ζουλιέτ Γκρεκό (Αννα Μουγκλαλίς) σ’ ένα βαλς που διαρκεί μέχρι το ξημέρωμα. Όλα αυτά τα γυναικεία είδωλα, ανεξαιρέτως, τραγουδούν τα παρανοϊκά ποιήματα που γράφει γι’ αυτές.

Είναι μια ιστορία για μονομαχίες. Η πιο επικίνδυνη απ’ όλες στρέφει τον Γκενσμπούργκ ενάντια στο alter-ego του, τη Φάτσα, έναν αποστεωμένο, πανούργο άνθρωπο / μαριονέτα που φθονεί τους έρωτες του Σερζ και του θυμίζει ξεχασμένες ταπεινώσεις κάθε στιγμή που πάει να γευτεί την ευτυχία. Η Φάτσα είναι ένας άθλιος γελωτοποιός, πανταχού παρών για να ενισχύει και να εμποδίζει τη δημιουργικότητά του, για να στοιχειώνει τις νύχτες του ποιητή / τραγουδιστή και ποτέ να μην του επιτρέπει να ησυχάσει.

Είναι μια ιστορία όπου ο Γκενσμπούργκ μεταμορφώνεται από άφραγκος ζωγράφος στο αστέρι της γαλλικής ποπ μουσικής σκηνής. Τα τραγούδια του ελέγχουν τα ινία της αφήγησης, ώστε μια στρουμπουλή σύζυγος να μετατρέπεται σε Hippopodame (Κυρία Ιπποπόταμου) και μια παθιασμένη βραδιά μοιχείας να ανάγεται σε παγκόσμια επιτυχία, με το «Je t’ aime, moi non plus» (Σ’ αγαπώ, Ούτε κι εγώ).

Για να μάθει, λοιπόν, κανείς, την ιστορία αυτού του άρχοντα της πρόκλησης, του πλανευτή των λέξεων και των γυναικών, του συνεσταλμένου αλλά αχόρταγου τυχοδιώκτη, πρέπει να εναλλάσσει την πρόζα με τους ελεύθερους στίχους και να βυθιστεί στο Παρίσι των Swinging Sixties για να γίνει κοινωνός μιας ιστορίας τόσο αυθάδικης, όσο και τα ρίσκα που οδήγησαν τον μικρό Λουσιέν στο να γίνει ο Σερζ Γκενσμπούργκ.

Σημείωμα των Παραγωγών

Πριν κάποιους μήνες, γνωρίσαμε έναν άντρα με τεράστιο ταλέντο, ίσως τον πιο ταλαντούχο και επιφανή δημιουργό κόμικς της γενιάς του: τον Ζοάν Σφαρ. Αλλά ο Ζοάν είναι πολύ παραπάνω από ένας κομίστας. Είναι ένας γεννημένος παραμυθάς, ένας εικαστικός καλλιτέχνης και προικισμένος μουσικός. Γι’ αυτό και πιστέψαμε τόσο πολύ στη μετάβασή του στον κινηματογράφο. Ανάμεσα στις τόσες κοινές μας καλλιτεχνικές επιρροές, ξεχωρίζει μία, για την οποία μοιραζόμαστε ένα πολύπλευρο πάθος – η ζωή και η μουσική του Σερζ Γκενσμπούργκ.

Αυτή η φιγούρα δεν είναι τόσο ο Γκενσμπούργκ ως προβοκάτορας, όσο ο Γκενσμπούργκ ως μουσικός, ως καλλιτέχνης – ίνδαλμα, ως δημιουργός, Πυγμαλίονας, πολυτάλαντος και, κυρίως, ο νεαρός Γκενσμπούργκ, τόσο παραγωγικός και τόσο λίγο γνωστός.

Η ταινία που θελήσαμε να κάνουμε είναι πολύ ευρύτερη από μια παραδοσιακή βιογραφία. Θελήσαμε να κάνουμε μια ζωντανή ταινία, σχεδόν εξπρεσιονιστική, το αντίθετο της ανάπλασης των γεγονότων. Θελήσαμε να παγιδεύσουμε την ψυχή της δημιουργικής φιλοδοξίας του Γκενσμπούργκ. Πιστεύουμε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να καταλάβει κανείς πραγματικά και να αναδείξει μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα, η οποία διαρκώς προσαρμοζόταν και μεταλλασσόταν κι ένα μυαλό τόσο εικαστικό και μουσικό.

Ο Ζοάν θέλησε να κάνει μια ταινία που θα υπερβεί την απλοϊκή απεικόνιση του Γκενσμπούργκ από τα media και θα μας οδηγήσει σε μια πιο προσωπική και σύνθετη σκιαγράφηση. Όπως και ο Γκενσμπούργκ, έτσι και ο Ζοάν είναι ένας άνθρωπος των λέξεων, των εικόνων και της μουσικής. Γι’ αυτό πιστεύουμε με τόση σιγουριά ότι η ταινία θ’ αποτελέσει το ιδανικό πάντρεμα αυτών των δύο καλλιτεχνών και του έργου τους.

Μαρκ ντι Πονταβιτσέ & Ντιντιέ Λιπφέρ

Σημείωμα του Σκηνοθέτη

Κάποιοι καλλιτέχνες επιλέγουν έναν μέντορα από τη δική τους ειδικότητα. Εγώ όχι. Ο μέντοράς μου ήταν ανέκαθεν ο Γκενσμπούργκ. Κι επειδή δε θέλησα να τον προσβάλω με τις απέλπιδες προσπάθειές μου να τραγουδήσω, έγινα κομίστας.

Εφυγα από τη Νίκαια για το Παρίσι με μοναδικό στόχο να γνωρίσω τον Σερζ Γκενσμπούργκ. Πίστευα ότι αφού εγώ τον λάτρευα, θα με λάτρευε κι αυτός. Αρχικά ήθελα να κάνω ένα κόμικ βασισμένο στο μυθιστόρημά του, «Ευγένιος Σόκολοφ». Ένα μήνα μετά την άφιξή μου στο Παρίσι, ο Γκενσμπούργκ πέθανε.

Σπουδαίοι Εβραίο ζωγράφοι, λαϊκοί τραγουδιστές από την ανατολική Ευρώπη – όλα τα κόμικς μου με οδήγησαν, με κάποιον τρόπο, στον Γκενσμπούργκ. Η ταινία μου είναι πολύ πιστή στη ζωή του, αλλά δεν είναι βιογραφία. Εχει μια πραγματική αφήγηση. Το Παρίσι είναι ένας από τους ήρωες της ταινίας, όπως και το Λονδίνο. Ανακαλύπτουμε πολυάριθμες στέγες του underground καθώς ακολουθούμε τα βήματα του Γκενσμπούργκ.

Στην ταινία δεν υπάρχουν σκηνές πορνογραφίας, απρέπειας ή βωμολοχίας, αλλά υπάρχουν πολλοί ευάλωτοι ήρωες που μοιάζουν να επικοινωνούν κυρίως οριζόντια στο κρεβάτι. Δε θέλω η ταινία μου να πληγώσει κανέναν. Θέλω οι κληρονόμοι του Γκενσμπούργκ να νοιώσουν υπερηφάνεια. Στον κεντρικό της άξονα βρίσκεται η ιστορία ενός σπουδαίου ποιητή. Ο Γκενσμπούργκ διαρκώς δοκίμαζε τα όρια της συμβατικότητας, αλλά θα ήταν ηλίθιο να πιστέψουμε ότι το κίνητρο πίσω από τις πράξεις του ήταν απλώς ο κυνισμός του. Αυτή εδώ είναι η ιστορία ενός συνεσταλμένου και ντροπαλού ανθρώπου που προστατεύει τον εαυτό του όσο καλύτερα μπορεί.

Η ζωή αυτού του ήρωα είναι επική. Πρέπει να νοιώσουμε το ρωσικό αίμα να κυλά στις φλέβες της ιστορίας. Δεν υπάρχουν πρωτότυπες ηχογραφήσεις των τραγουδιών του Γκενσμπούργκ. Όλα τα στοιχεία ξαναδημιουργούνται, ξαναδουλεύονται, ξανατραγουδιούνται και μεγεθύνονται πέρα από το ρεαλισμό. Η φωνή, η μουσική και η εικόνα συνδυάζονται απόλυτα αρμονικά.

Από τα πρώτα του χρόνια ως ζωγράφος, μέχρι τη μετέπειτα καριέρα του στη μουσική, ο Γκενσμπούργκ επιδείκνυε έναν ακραίο αλλά και συγκρατημένο ρομαντισμό. Τις πράξεις του διέκρινε η λεπτότητα. Αλλά κάθε τόσο αποφάσιζε να επιδιώξει κάτι επιθετικά.

Βλέπουμε τον αγώνα του να γράφει τραγούδια και να τα υπερασπίζεται – μαζί και τον εαυτό του – κάθε φορά που ηχογραφούσε ένα καινούριο άλμπουμ. Ο Γκενσμπούργκ είχε το θάρρος να γράφει γι’ αυτά που αναζητούσε η νεολαία. Είναι ο πιο κλασικός κι ο πιο μοντέρνος συνθέτης και στιχουργός. Με τα τραγούδια του αγγίζει ανυπέρβλητα ύψη κι αμέσως μετά φτάνει στον πάτο σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις και εκπομπές. Κάθε καλλιτέχνης βιώνει τη θλίψη του να προσπαθεί να είναι αστείος ή αρεστός στο κοινό, ενώ το μόνο που θέλει είναι ένας οξυδερκής ακροατής, ένα φιλικό χαμόγελο και μια ζεστή αγκαλιά.

Ο Γκενσμπούργκ με συγκινεί βαθιά με το κουράγιο και την υπερβολική του τρωτότητα. Αγαπώ τον ήχο που κάνουν τα λευκά του παπούτσια Repetto όταν περπατά. Αγαπώ το ότι δε φορά κάλτσες ούτε όταν κάνει κρύο. Αγαπώ την εμμονή του με τον κινηματογράφο, το σχέδιο και τη ζωγραφική. Αγαπώ τον τρόπο που θυμώνει επειδή δεν μπορεί να κατακτήσει την κορυφή στην τέχνη της εικόνας, όπως κάνει στη μουσική.

Το «Γκενσμπούργκ» δεν είναι μια ταινία ιστορική ή ανεκδοτολογική. Όχι, η ταινία αυτή φιλοδοξεί ν’ αφηγηθεί ένα σύγχρονο μύθο, γιατί η φιγούρα του Γκενσμπούργκ είναι ανατρεπτικά μοντέρνα. Κανένα βιβλίο ή ταινία δεν εντρύφησε ποτέ στην ηρωική του διάσταση. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να προσεγγίζει περισσότερο τον Χριστό, ή την εβραϊκή ή τη ρωσική κουλτούρα από τον Γκενσμπούργκ.

Προφανώς γνωρίζω την «αληθινή ζωή» του Γκενσμπούργκ σαν την παλάμη μου, αλλά δε θέλησα να κάνω μια ταινία «ρεαλιστική» ή «βιογραφική». Θέλησα μάλλον να δημιουργήσω κάτι σαν ένα ρωσικό παραμύθι, ένα σύγχρονο θρύλο. Οσοι έχουν διαβάσει τα κόμικς μου, το «Rabbi’s Cat», το «Pascin» ή το «Klezmer» θα συναντήσουν όλες τις συνήθεις εμμονές μου στο δικό μου Γκενσμπούργκ: την αγάπη ως πανάκεια, την τραγικότητα και το παράλογο των Σλάβων ποιητών, την πανταχού παρούσα ειρωνεία και τα υπερφυσικά πλάσματα που μοιάζουν να έχουν βγει από πίνακα του Σαγκάλ.

Αυτή η ταινία είναι γεμάτη ψέματα γιατί λατρεύω τα ψέματα. Ετσι μπορώ να δημιουργώ ένα σεμνό έργο: λέγοντας αδιάκοπα ψέματα. Πάντα πριν ξεκινήσω ένα project κάνω εκτεταμένη έρευνα και μετά ξεχνώ τα μισά απ’ όσα έμαθα επίτηδες. Επειτα παίρνω το αντικείμενό μου και το μετατρέπω σε μυθικό ήρωα. Εχουν υπάρξει έργα που απεικονίζουν τον Γκενσμπούργκ ως σκουπίδι, ή ποπ ίνδαλμα, ή σεξομανή. Ο δικός μου Γκενσμπούργκ είναι Ρώσος, σαν ήρωας που ξεπηδά από τις σελίδες του Ισαάκ Μπαμπέλ, του Γκόγκολ ή του Ντοστογιέφσκι.

Θα ήθελα, επίσης, η ταινία να προσελκύσει ένα ξένο κοινό που ίσως δε γνωρίζει την προσωπικότητα του Γκεσνμπούργκ. Οσοι δουν την ταινία δε θα πρέπει να δουν μόνο τα αποκαλυπτήρια ενός ξεχωριστού πεπρωμένου, αλλά κι ένα σύγχρονο αρχέτυπο. Πιστεύω ότι ο Γκενσμπούργκ είναι πιο ηρωικός από τον Σούπερμαν, με τη σημασία που έδιναν στη λέξη οι Ελληνες, γιατί ήρωας είναι κάποιος που υποφέρει και δέχεται χτυπήματα, αλλά ενώ πέφτει εξακολουθεί ν’ αρπάζει καυτά κάρβουνα με τα γυμνά του χέρια. Αληθινός ήρωας είναι εκείνος που προσφέρει στο κοινό του κομμάτια καυτής, πυρακτωμένης λάβας, όπως έκανε ο Προμηθέας.

Εχω απόλυτη συνείδηση του φορτίου που αναλαμβάνω να φέρω στους ώμους μου, αλλά αγαπώ να μεταφέρω φορτία που είναι πολύ βαριά για να τα σηκώσει κανείς.

Ζοάν Σφαρ

Βιογραφικά

Ζοάν Σφαρ

Ο Ζοάν Σφαρ γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1971 στη Νίκαια, από μητέρα της οικογένειας Ασκενάζι και Σεφαραδικό πατέρα, με το μολύβι στο χέρι. Ξεκίνησε από νωρίς να συλλέγει κόμικς και να δημιουργεί ένα κόσμο με κατοίκους τους πιο παράξενους ήρωες και τα πιο αστεία τέρατα.

Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Νίκαιας και ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα με τον Ζαν-Φρανσουά Ντεμπόρ στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, στο Τμήμα Μορφολογίας. Αυτά τα μαθήματα των οδήγησαν από τις αίθουσες αυτοψίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ανακάλυψε τερατόμορφα πλάσματα να κολυμπούν μέσα στη φορμόλη.

Όταν ήταν έφηβος, συνήθιζε να χτυπά τις πόρτες διάσημων δημιουργών κόμικς, οι οποίοι αργότερα θα γίνονταν οι φύλακες άγγελοί του. Χτυπούσε ακόμα τις πόρτες των εκδοτών, οι οποίοι επιτέλους ανταποκρίθηκαν το 1994: Μέσα στον ίδιο μήνα, οι οίκοι L’ Association, Delcourt και Dargaud αποφάσισαν να εκδώσουν τα πρώτα του κόμικς.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, ο νεαρός που χαρακτήριζαν ατάλαντο είχε πάρει τη θέση του ηγέτη του «νέου κύματος» στο χώρο των κόμικς μαζί με τους Κριστόφ Μπλέν, Λούις Τρόντχαϊμ και Εμανουέλ Γκιμπέρ. Τα σχέδιά του ήταν λιγότερο φορμαλιστικά και εμπορικά και η προτεραιότητά του ήταν η αφήγηση. Ο Ζοάν και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες που ξεχώρισαν εκείνη την εποχή κατάφεραν να κάνουν το έργο τους προσιτό στο ευρύτερο κοινό.

Ο Ζοάν, είτε μόνος είτε σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες, έχει υπογράψει 150 κόμικς, κάποια comic novels και ταινίες κινουμένων σχεδίων, μεταξύ των οποίων το βραβευμένο video clip για το ροκ συγκρότημα Dionysos (Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Animation του Ανεσί 2006). Την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Βραβείο Eisner για το «The Rabbi’s Cat». Επιμελείται ση συλλογή Bayou των εκδόσεων Gallimard. Με κάποιον τρόπο βρίσκει ακόμα το χρόνο να παίζει γιουκαλίλι, μαντολίνο και φυσαρμόνικα και ισχυρίζεται ότι ο δάσκαλος βιολιού βρίσκει ότι έχει μεγάλο ταλέντο!

Ενώ η λογοτεχνική του δουλειά δανείζεται στοιχεία από Γάλλους Εβραίους συγγραφείς σαν τον Ρομάν Γκαρί και τον Αλμπέρ Κοέν, η ζωγραφική του τον χρίζει διάδοχο του Ρόναλντ Σιρλ, του Κουέντιν Μπλέικ και του Χιούγκο Πρατ.

Ερίκ Ελμοσνινό (Σερζ Γκενσμπούργκ)

Γεννήθηκε στις 2 Μαΐου 1962 στην περιοχή Σιρέν της Γαλλίας. Σπούδασε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου της Γαλλίας. Μετά την αποφοίτησή του συνεργάστηκε με τον Ζαν-Πιερ Βενσάν στο Θέατρο Nanterre-Amandiers. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο το 1992, ως Κριστιάν Ριμπέ, φίλος του Γκιγιόμ ντε Τονκεντέκ, στην ταινία «Tableau d’ Honneur» του Σαρλ Νεμ. Το 2006 πρωταγωνίστησε τη θεατρική παράσταση «Naitra» του Εντουαρντ Μποντ, σε σκηνοθεσία Αλέν Φρανσόν, στο Φεστιβάλ της Αβινιόν και στη συνέχεια στο Théâtre de la Colline στο Παρίσι. Από τον Ιανουάριο 2008 συνεργάζεται με το Théâtre Antoine στο Παρίσι για το έργο της Γιασμίνα Ρέζα «Le Dieu du Carnage».  

Λετίσια Κάστα (Μπριζίτ Μπαρντό)

Γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1978 και μεγάλωσε στη Νορμανδία. Η καριέρα της ξεκίνησε όταν στα 15 την ανακάλυψε ένας φωτογράφος σε οικογενειακές διακοπές στην Κορσική. Δουλεύει με επιτυχία ως μοντέλο και ως ηθοποιός. Η μορφή της χαράχτηκε στη μνήμη του κοινού από το video clip του «Baby Did a Bad, Bad Thing», αλλά έκτοτε συνεργάστηκε με οίκους όπως οι L’Oréal, Dior, Chanel, Guess, Tommy Hilfiger, Miu Miu, Ralph Lauren και XOXO, ενώ έχει κάνει εξώφυλλα σε καταλόγους των εσωρούχων Victoria’s Secret και σε περιοδικά όπως το ELLE, το Rolling Stone και η Vogue. Ως ηθοποιός έχει συμμετάσχει σε επιτυχίες εμπορικές, όπως το «Αστερίξ και Οβελίξ Εναντίον Καίσαρα», αλλά και καλλιτεχνικές, όπως το «Les Ames Fortes» του Ραούλ Ρουίζ. Το 1999, το γαλλικό κράτος την επέλεξε τιμητικά ως μοντέλο για τη νέα προτομή της Μαριάν, του συμβόλου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Αννα Μουγκλαλίς (Ζουλιέτ Γκρεκό)

Γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1978 στη Νάντη, από Ελληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Σπούδασε υποκριτική στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου της Γαλλίας και μιλάει, εκτός από γαλλικά κι ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά. Μέσα στα 12 χρόνια της καριέρας της ως ηθοποιού, έχει συμμετάσχει σε ταινίες όπως οι «Merci pour le Chocolat» του Κλοντ Σαμπρόλ, δίπλα στην Ιζαμπέλ Ιπέρ, «Novo» του Ζαν Πιερ Λιμοζέν, «La Maladie de la Mort» του τότε συντρόφου της Αζα Μαντέρ, «Αληθινή Ζωή» του Πάνου Χ. Κούτρα και «Les Amant du Flore» του Ιλάν Ντιράν Κοέν ως μια εκπληκτική Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το 2002 ο Κάρλ Λάγκερφελντ την επέλεξε ως μούσα του και πρόσωπο του οίκου Chanel. Το 2009, η Μουγκλαλίς ενσάρκωσε τη διάσημη σχεδιάστρια στην ταινία «Κοκό Σανέλ και Ιγκορ Στραβίνσκι» του Γιαν Κουνέν. Ζει με τον σκηνοθέτη Σαμιουέλ Μπενσετρί και μαζί του απέκτησε το γιο της, Σολ.

Λούσι Γκόρντον (Τζέιν Μπίρκιν)

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1980 στην Οξφόρδη, όπου και μεγάλωσε. Στα 17 έγινε το πρόσωπο του CoverGirl κι αμέσως ξεκίνησε μια καταιγιστική και επιτυχημένη καριέρα ως μοντέλο και ηθοποιός, ζώντας ανάμεσα στο Λονδίνο, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Το 2001 εμφανίστηκε στο «Αρωμα» και συνέχισε με συμμετοχές στα «Spider-Man 3», «Serendipity» και «Τα Τέσσερα Φτερά». Λίγο πριν την έξοδο του «Gainsbourg» στη Γαλλία, στις 20 Μαΐου 2009, αυτοκτόνησε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι. Ο Ζοάν Σφαρ και οι παραγωγοί της ταινίας δήλωσαν ότι «χρωστούν πολλά στη γενναιοδωρία, τη γλυκύτητα και το απεριόριστο ταλέντο της Λούσι Γκόρντον.»

Νταγκ Τζόουνς (Η Φάτσα)

Γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1960 στην Ιντιάνα κι έχει κάνει μια σημαντική καριέρα ως ηθοποιός σε ταινίες και σειρές επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, μεταξύ των οποίων τα «Buffy the Vampire Slayer», «Hellboy», «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» και «Fantastic Four: Rise of the Silver Surfer».