Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ – Trailer

22/07/2010

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας Ο Τελευταίος Σταθμός / The Last Station από το YouTube Channel της Filmopolis

ή το Dailymotion


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ – Φωτογραφίες

22/07/2010

Ο Τελευταίος Σταθμός – The Last Station. 29 Ιουλίου στους κινηματογράφους από τη Filmopolis.


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ – Δελτίο Τύπου

22/07/2010

Ο Τελευταίος Σταθμός / The Last Station

Ο λόγος του ενέπνευσε ένα ολόκληρο έθνος,
αλλά δίχασε αυτούς που αγάπησε

29 Ιουλίου στους κινηματογράφους

Υποψήφια για Βραβείο Οσκαρ Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού Ρόλου και για Χρυσή Σφαίρα Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού Ρόλου

Η ταινία «Ο Τελευταίος Σταθμός» παρακολουθεί τον τελευταίο χρόνο στη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα, Λέοντα Τολστόι. Είναι μια αληθινή ιστορία για δυο έρωτες, έναν στο ξεκίνημα κι έναν κοντά στο τέλος και βασίζεται στα αρχέγονα θέματα του πάθους, της αγάπης, της οικογένειας, της απληστίας, της δολοπλοκίας, της σύγκρουσης και της επανάστασης. Πρόκειται για μια σύνθετη, αστεία, πλούσια και συναισθηματική ταινία για το πόσο δύσκολο είναι να ζεις με τον έρωτα και το πόσο αδύνατον είναι να ζεις χωρίς αυτόν.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια γάμου, η Κόμισσα Σοφία, η αφοσιωμένη σύζυγος τους Λέοντα Τολστόι, παθιασμένη ερωμένη, μούσα και γραμματέας του – έχει καθαρογράψει το «Πόλεμος και Ειρήνη» έξι φορές… με το χέρι! – νοιώθει ξαφνικά τον κόσμο της ν’ αναποδογυρίζεται. Στο όνομα της νεογέννητης θρησκείας του, ο σπουδαίος Ρώσος λογοτέχνης απαρνιέται τον τίτλο ευγενείας του, την ιδιοκτησία του, ακόμα και την οικογένειά του και ασπάζεται την πενία, τη χορτοφαγία και την αποχή από το σεξ. Αφότου η Σοφία έχει κάνει μαζί του δεκατρία παιδιά!

Οταν, λίγο αργότερα, η Σοφία ανακαλύπτει ότι ο πιστός μαθητής του Τολστόι, ο Τσέρτκοφ – τον οποίο εκείνη απεχθάνεται – ενδέχεται να έχει πείσει τον άντρα της να υπογράψει νέα διαθήκη και να κληροδοτήσει τα μνημειώδη μυθιστορήματά του στο ρωσικό λαό αντί για την οικογένειά του, πνίγεται από οργή! Αυτό είναι το τελειωτικό χτύπημα! Επιστρατεύοντας κάθε είδους δολοπλοκία, κάθε ερωτικό εκβιασμό που κρύβει στο πλούσιο οπλοστάσιό της, μάχεται με μανία για ό,τι πιστεύει πως δικαιωματικά της ανήκει. Οσο πιο ακραία, ωστόσο, γίνεται η συμπεριφορά της, τόσο πιο εύκολα μπορεί ο Τσέρτκοφ να πείσει τον Τολστόι πως η Σοφία θ’α ποδειχθεί επιβλαβής για την ένδοξη κληρονομιά του. 

Σ’ αυτό το ναρκοπέδιο εμφανίζεται ο καινούριος, γεμάτος θαυμασμό βοηθός του Τολστόι, ο νεαρός και εύπιστος Βαλεντίν. Πολύ γρήγορα ο Βαλεντίν μετατρέπεται σε πιόνι, πρώτα του συνομώτη Τσέρτκοφ κι έπειτα της πληγωμένης, εκδικητικής Σοφία, καθώς ο ένας προσπαθεί να υπονομεύσει τα σχέδια του άλλου.

Η ζωή του Βαλεντίν περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το καταλυτικό πάθος που αισθάνεται για την όμορφη και ατίθαση Μάσα. Ελεύθερο πνεύμα, υποστηρίκτρια της νέα θρησκείας του Τολστόι, η Μάσα ασπάζεται αντισυμβατικές αντιλήψεις για το σεξ και τον έρωτα που τον καθηλώνουν αλλά και τον μπερδεύουν. Συνεπαρμένος από τις πεποιθήσεις του Τολστόι για τον ιδανικό έρωτα, αλλά και προβληματισμένος από τον πλούσιο και ταραγμένο γάμο του συγγραφέα, ο Βαλεντίν δεν έχει τα εφόδια για ν’ αντιμετωπίσει τις επιπλοκές του έρωτα στον πραγματικό κόσμο.

Συντελεστές

Executive Producer Αντρέι Κοντσαλόφσκι
Παραγωγή Κρις Κέρλινγκ, Τζενς Μιούρερ, Μπόνι Αρνλοντ
Σενάριο – Σκηνοθεσία Μάικλ Χόφμαν
Φωτογραφία Σεμπάστιαν Εντσμιντ
Μοντάζ Πατρίσια Ρόμελ
Μουσική Σεργκέι Γιεβτουσένκο
Πρωταγωνιστούν Ελεν Μίρεν, Κρίστοφερ Πλάμερ, Τζέιμς ΜακΑβόι, Πολ Τζιαμάτι, Αν-Μαρί Νταφ, Κέρι Κόντον, Τζον Σέσιονς, Πάτρικ Κένεντι
Διάρκεια 112’
Διανομή Filmopolis

Σημείωμα για την Παραγωγή

Η ταινία επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση δύο ερωτικών σχέσεων – η μία είναι το παροιμιώδες ρομάντζο μεταξύ του Τολστόι και της επί 48 χρόνια συζύγου του, της παθιασμένης Σοφία και η άλλη είναι ο νεογέννητος έρωτας ανάμεσα στον Βαλεντίν, τον ιδεαλιστή νεαρό γραμματέα του Τολστόι και τη Μάσα, μια δασκάλα αφοσιωμένη στις αξίες που κηρύττει ο συγγραφέας.
Ταυτόχρονα, η ταινία καταγράφει την ηρωική μάχη που δίνει η Σοφία για την ψυχή του συζύγου της. Πιστεύει ότι η περιουσία του Τολστόι πρέπει να παραμείνει στην οικογένειά τους. Πολεμάει με νύχια και με δόντια εναντίον του Τσέρτκοφ, που επιμένει ότι η περιουσία του Τολστόι πρέπει να κληροδοτηθεί στο ρωσικό λαό. Ολα αυτά τα στοιχεία κλιμακώνονται καθώς ο Τολστόι πλησιάζει στο τέλος της ζωής του σ’ έναν απομονωμένο σιδηροδρομικό σταθμό στη ρωσική εξοχή.
Τα γυρίσματα του «Τελευταίου Σταθμού» έγιναν στις πανέμορφες γερμανικές περιοχές του Σαξονικού Ανχαλτ, του Βραδεμβούργου, της Θουριγγίας και του Λάιπτσιγκ. Το σενάριο αποτελεί διασκευή του ομότιτλου best-seller του Τζέι Παρίνι, το οποίο αντλεί υλικό από τα ημερολόγια των κοντινότερων συγγενών και φίλων του Τολστόι. Οι απόγονοι, μάλιστα, του συγγραφέα συμμετείχαν στην ταινία ως σύμβουλοι παραγωγής.

Σημείωμα του Σκηνοθέτη

Ο σκηνοθέτης Μάικλ Χόφμαν δηλώνει για τον «Τελευταίο Σταθμό»: «Η ταινία μας προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να προχωρήσουμε πέρα από τη συμβατική βιογραφία, ώστε να δημιουργήσουμε μια ανάγλυφη, συγκινητική ταινία για το πόσο δύσκολο είναι να ζεις με τον έρωτα και το πόσο αδύνατον είναι να ζεις χωρίς αυτόν. Δεν είναι μια ταινία για τον Τολστόι. Είναι μια ταινία για τις προκλήσεις του έρωτα.»
Ο σκηνοθέτης συνεχίζει, «είναι μια σπουδαία ιστορία για τις σχέσεις και την αντιπαράθεση του παλιού με το νέο έρωτα. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται η διαμάχη του ιδεαλισμού και του ρεαλισμού. Ολοι ξεκινάμε τη ζωή μας με μια ιδανική εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είναι ο έρωτας, αλλά τη διαμορφώνουμε ανάλογα όταν ζούμε τον έρωτα στην πραγματικότητα. Αυτή η αντίθεση χαρακτηρίζει τη ζωή μας.
Τη διχοτόμιση ιδεαλισμού και ρεαλισμού ενσαρκώνει κι ο ίδιος ο Τολστόι. Αντιμετωπίζεται σαν Αγιος εν ζωή και σαν προφήτης του τέλειου έρωτα. Ωστόσο, ταυτόχρονα, υπομένει τον πιο απαιτητικό γάμο και η προσωπική του ζωή καταδυναστεύεται από τις δυσκολίες της αγάπης. Ο κόσμος τον σέβεται, ως την απόλυτη αυθεντία στα θέματα του έρωτα, αλλά εκείνος δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα στο δικό του σπίτι και στην κρεβατοκάμαρά του. Πρόκειται για μια σύγκρουση μαγευτική!»

Σχόλια από τους Ηθοποιούς

Η Ελεν Μίρεν θέλησε να ενσαρκώσει τη Σοφία γιατί, όπως δηλώνει, «τη στιγμή που διάβασα το σενάριο, συνειδητοποίησα ότι αυτός είναι ένας από τους μεγάλους γυναικείους ρόλους στο σινεμά. Συχνά οι πρωταγωνιστικοί γυναικείοι ρόλοι θέλουν τις ηρωίδες να υποφέρουν, αλλά η  Σοφία είναι το ακριβώς αντίθετο! Δεν υποτάσσεται σε κανένα. Είναι ένας απολαυστικά ορμητικός και παθιασμένος άνθρωπος. Είναι, επίσης, πολύ αστεία. Είναι ένας εκπληκτικός ρόλος. Η Σοφία κυριαρχεί σε όλες τις σκηνές στις οποίες είναι παρούσα. Αυτό είναι υπέροχο για έναν ηθοποιό. Μπαίνει στο χώρο, πειρατεύει την προσοχή και επιβάλλεται με πάθος και χάρη.»
«Ο κεντρικός άξονας της ταινίας είναι ο έρωτας», συνεχίζει. «Ο νεανικός έρωτας και ο παλιός έρωτας. Τα πρακτικά προβλήματα και οι καταστροφές που προκαλεί ο έρωτας. Εχω κάποιες αγαπημένες ατάκες από το ρόλο της Σοφία. Κάποια στιγμή, για παράδειγμα, ο Τολστόι της λέει, ‘γιατί τα κάνεις όλα δύσκολα;’ Και απαντά, ‘γιατί να είναι εύκολα; Είμαι το έργο της ζωής σου κι εσύ της δικής μου – αυτό σημαίνει αγάπη.’ Αυτή είναι μια σπουδαία ατάκα.»
Ο Κρίστοφερ Πλάμερ εξηγεί ότι στην ταινία τον προσέλκυσε το εξαιρετικό σενάριο του Μάικλ Χόφμαν. «Μ’ άρεσε πολύ η δουλειά του Μάικ. Είναι αδύνατο σε μια ταινία να παρουσιάσεις μια ιδιοφυία – χρειάζεσαι τουλάχιστον μια μίνι σειρά έξι επεισοδίων. Αυτό που, τόσο έξυπνα, κάνει ο Μάικ είναι ότι επικεντρώνεται σε μια πλευρά της ζωής του συγγραφέα. Σκιαγραφεί τον συναισθηματικό καμβά της ζωής του Τολστόι, με έμφαση στο γάμο του. Κι αυτό μας αποκαλύπτει τα πάντα για τον Τολστόι ως άνθρωπο.»
Ο Πλάμερ, αξέχαστος σε πολλές γενιές ως αρχηγός της οικογένειας φον Τραπ στη διαχρονική ταινία «Η Μελωδία της Ευτυχίας», ενθουσιάστηκε με την ευκαιρία ν΄αναλάβει έναν τόσο σύνθετο ρόλο. «Εχω παράδοση στο να ενσαρκώνω υπαρκτούς ήρωες, όπως τον Ρούντγιαρντ Κίπλινγκ και τον Δούκα του Γουέλινγκτον και πάντα μ’ αρέσει αυτή η πρόκληση. Απολαμβάνω την έρευνα κι αν σου βάλουν κι αρκετό μακιγιάζ, συνήθως λειτουργούν υπέρ σου!», λέει χιουμοριστικά ο ηθοποιός. Εκείνο που τον ικανοποίησε περισσότερο, ήταν ότι έφερε στην επιφάνεια την αντιφατική φύση του Τολστόι: «Είναι μεγάλος υποκριτής. Λέει ότι θ’ απελευθερώσει τους αγρότες, ενώ ζει ως αριστοκράτης. Λέει ότι θα βοηθήσει τον τσάρο ν’ απελευθερώσει τους υποτελείς, αλλά στο δικό του τραπέζι σερβίρουν υπηρέτες! Ωστόσο, δεν μπορείς να μη διασκεδάσεις με την άταχτη πλευρά του χαρακτήρα του. Ο Τολστόι θα πρέπει να είχε στα μάτια του πονηράδα, κι έτσι προσπάθησα να τον απεικονίσω με όσο το δυνατόν περισσότερο χιούμορ. Είναι ένας ήρωας απολύτως σύγχρονος. Για παράδειγμα, αντιμετώπιζε το γάμο με πολύ μοντέρνο τρόπο. Δεν ακολουθούσε την αριστοκρατική παράδοση που ήθελε τις γυναίκες υποδεέστερες. Τις γυναίκες τις σεβόταν και η κάθε του ενέργεια κατευθυνόταν από πάθος.»
Ο Τζέιμς ΜακΑβόι εξηγεί ότι γι’ αυτόν η ταινία «καταπιάνεται με τον κίνδυνο της θεοποίησης των ηγετών. Φυσικά,» αναλύει ο ηθοποιός, «αυτό είχε τρομερή απήχηση την εποχή του Τολστόι, ο οποίος πέθανε μόλις επτά χρόνια πριν τη Ρωσική Επανάσταση. Ο Τολστόι δε θα είχε υποστηρίξει την επανάσταση, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι το έργο του ήταν αυτό που έτρωσε το δρόμο. Ο Βαλεντίν και ο Τσέρτκοφ απεικονίζουν τους δύο, πολύ διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το έργο του Τολστόι επηρρέασε τους ανθρώπους. Τα μυθιστορήματα αλλά και η ζωή του έχουν αξία διαχρονική. Μιλούν στους ανθρώπους με αμεσότητα. Αλλοι καλλιτέχνες μπορεί να μην είχαν διάρκεια, αλλά ο κόσμος θα εξακολουθεί να διαβάζει Τολστόι για αρκετούς, ακόμα, αιώνες.»
Ο Πολ Τζιαμάτι, πριν, ακόμα, αναλάβει το ρόλο του Τσέρτκοφ, είχε διαβάσει και αγαπήσει το πρωτότυπο μυθιστόρημα του Τζέι Παρίνι. Οταν διάβασε και το σενάριο δεν μπόρεσε ν’αντισταθεί: «Είναι τόσο καλογραμμένο κι αποδίδει όλο το χιούμορ που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του Τολστόι.» Για το ρόλο του Τσέρτκοφ ο Τζιαμάτι εξηγεί, «είναι κατά κάποιον τρόπο φανατικός, αλλά κι ένας τρομερά αφοσιωμένος άνθρωπος χωρίς μεγάλη φαντασία. Είναι ένας πιστός ακόλουθος, που γίνεται πιο διδακτικός από τον ηγέτη του. Είναι ένα παράξενο φαινόμενο που ισχύει κατά κόρον και σήμερα – κάποιοι άνθρωποι συνδέονται μ’ έναν σκοπό και καταλήγουν να θέλουν να γίνουν καλύτεροι από τον πρωτοστάτη. Ωστόσο, υπάρχει μια σχολή που υποστηρίζει ότι ο Τσέρτκοφ ήταν, τελικά, η δύναμη του καλού. Σίγουρα έκανε κάποια απίστευτα πράγματα, όπως ότι ίδρυσε έναν εκδοτικό οίκο που κατέστησε τη θρησκευτική λογοτεχνία προσιτή στο ρωσικό λαό για πρώτη φορά. Επίσης φημολογείται ότι έχει ένα πολύ ενδιαφέρον παρελθόν που εξηγεί τη συμπεριφορά του. Υποτίθεται ότι ήταν νόθος γιος του τσάρου και προερχόταν από μια πολύ πλούσια, αριστοκρατική οικογένεια, την οποία προσπάθησε σε όλη του τη ζωή ν’ αποκηρύξει, όπως κι εκείνη τον αποκήρυξε.»

Βιογραφικά

Μάικλ Χόφμαν
Μεγάλωσε και σπούδασε στο Αϊνταχο. To 1979 συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη, όπου γνώρισε τον νεαρό Χιου Γκραντ και γύρισε την πρώτη του ταινία, «Privileged». Τράβηξε την προσοχή της Αμερικής το 1988 με τη σκοτεινή ταινία ενηλικίωσης «Promised Land» με τους Κίφερ Σάδερλαντ και Μεγκ Ράιαν. Το 1991 σκηνοθέτησε την αξίας 25 εκ. δολαρίων κωμωδία «Soapdish», μ’ ένα καστ αποτελούμενο από μεγάλα ονόματα όπως οι Σάλι Φιλντ, Κέβιν Κλάιν, Γούπι Γκόλντμπεργκ, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και Τέρι Χάτσερ.
Το 1995 ο Χόφμαν επέστρεψε στη Βρετανία για το «Restoration – Τα Χρόνια της Φωτιάς», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Την ίδια χρονιά σκηνοθέτησε το «Μια Θαυμάσια μέρα» με τους Τζορτζ Κλούνεϊ και Μισέλ Φάιφερ. Ακολούθησαν το κριτικά αναγνωρισμένο «Ονειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» και το «Game 6», με πρωταγωνιστές τους Μάικλ Κίτον και Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, σε σενάριο του Ντον ΝτεΛίλο, που έκανε πρεμιέρα στο Σάντανς το 2005.

Ελεν Μίρεν
Με διεθνή αναγνώριση και μια καριέρα που διατρέχει τον κινηματογράφο, το θέατρο και την τηλεόραση, έφτασε στο απόγειο της αναγνώρισής της ως Βασίλισσα Ελισάβετ στην ταινία «Η Βασίλισσα», ρόλος για τον οποίο τιμήθηκε με Οσκαρ, Χρυσή Σφαίρα, BAFTA και πολλά ακόμα βραβεία.
Την ίδια χρονιά η Μίρεν ενσάρκωσε τη Βασίλισσα Ελισσάβετ την πρώτη στη μίνι σειρά του HBO (για το ρόλο της βραβεύτηκε με ΕΜΜΥ, Χρυσή Σφαίρα και SAG Award) και την Ντετέκτιβ Τζέιν Τένισον στη σειρά «Prime Suspect» του PBS, ρόλο για τον οποίο τιμήθηκε με ΕΜΜΥ και ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα, αν και την έχασε από… τον εαυτό της!
Η κινηματογραφική της καριέρα ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με την ταινία «Age of Consent» του Μάικλ Πάουελ, δίπλα στον Τζέιμς Μέισον. Ωστόσο, ο ρόλος που την έφερε στο προσκήνιο ήταν αυτός στην ταινία – σταθμό «The Long Good Friday» του Τζον Μακένζι. Στη συνέχεια η Μίρεν πρωταγωνίστησε σε πολλές αναγνωρισμένες ταινίες, όπως στην περιπέτεια φαντασίας «Εξκάλιμπερ» του Τζον Μπούρμαν, το ιρλανδέζικο θρίλερ «Cal» του Νιλ Τζόρνταν (για το οποίο τιμήθηκε με Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών 1984), «Η Ακτή του Κουνουπιού» του Πίτερ Γουιρ, «Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του κι ο Εραστής της» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, «Where Angels Fear to Τread» του Τσαρλς Στέριτζ και «Some Mother’s Son» του Τέρι Τζορτζ. Πιο πρόσφατες συμμετοχές της συμπεριλαμβάνουν τις ταινίες «Τα Κορίτσια του Ημερολογίου», «Shadowboxer», «Ο Μελανόκαρδος» και «Στα Ιχνη του Χαμένου Θησαυρού: Το Βιβλίο με τα Μυστικά». 
Πριν από τη «Βασίλισσα», η Μίρεν είχε ενσαρκώσει ξανά τη μονάρχη στην ταινία του Νίκολας Χάιτνερ, «Η Τρέλα του Βασιλέως Γεωργίου», ρόλο για τον οποίο προτάθηκε για Oscar και τιμήθηκε με το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών 1995. Απέσπασε τη δεύτερη υποψηφιότητά της για Οσκαρ με το «Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ» του Ρόμπερτ Αλτμαν και υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα για τα «Κορίτσια του Ημερολογίου» του Νάιτζελ Κόουλ. Το 2009 εμφανίστηκε στην ταινία «Η Κατάσταση των Πραγμάτων», ενώ στα προσεχή της σχέδια βρίσκονται τα «Love Ranch» του συζύγου της, Τέιλορ Χάκφορντ, την «Καταιγίδα» της Τζούλι Τέιμορ και «The Debt – Το Χρέος» σε σκηνοθεσία Τζον Μάντεν.
Το 2003 της δώθηκε ο τίτλος τιμής της Λαίδης από το Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας.

Κρίστοφερ Πλάμερ
Καναδός από το Μόντρεαλ, έκανε το ντεμπούτο του ως ηθοποιός στο θέατρο και στο ραδιόφωνο, στα γαλλικά και τα αγγλικά κι από τότε έχει εμφανιστεί σε περισσότερες από 100 ταινίες. Από το 1954 ξεκίνησε να παίζει σε θεατρικές παραγωγές στο Μπρόντγουεϊ, με πιο πρόσφατο το ρόλο του ως Βασιλιά Λιρ στο Lincoln Center το 2004, συμπληρώνοντας καριέρα 50 χρόνων στη σκηνή. Συμμετείχε σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας με διευθυντή τον Λόρενς Ολίβιε, στο Royal Shakespeare Company υπό του Πίτερ Χολ κι έχει ενσαρκώσει όλους τους σπουδαίους ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου.
Απ’ όταν ο Σίντνεϊ Λιούμετ τον σκηνοθέτησε για πρώτη φορά σε κινηματογραφική ταινία, στο «Stage Struck» το 1957, ο Κρίστοφερ Πλάμερ πρωταγωνίστησε σε μια πλειάδα ταινιών, από τη βραβευμένη με Οσκαρ «Η Μελωδία της Ευτυχίας», το «Ο Ανθρωπος που θα Γινόταν Βασιλιάς» του Τζον Χιούστον, τα «The Silent Partner», «Murder by Decree», «The Battle of Britain», «Fall of the Roman Empire», «Ερωτες που Σβήνουν την Αυγή – Inside Daisy Clover», «Eye Witness», «Star Trek VI», «Malcolm X», «Ροζ Πάνθηρας», «Wolf», «Ολική Εκλειψη – Delores Claiborne», Δώδεκα Πίθηκοι», «Oedipus the King», «The Insider», «Ενας Υπέροχος Ανθρωπος», «Αραράτ», «Syriana», «Ο Υποκινητής», το βραβευμένο «Man in the Chair» και την ταινία του Τέρι Γκίλιαμ «Ο Φανταστικός Κόσμος του Δρ Παρνάσους».
Το 1968 τιμήθηκε από τη Βασίλισσα Ελισάβετ με τον τίτλο του Ιππότη, ενώ, επιπλέον, έχει τιμηθεί αντίστοιχα από το κράτος του Καναδά, είναι Επίτημος Διδάκτωρ της Σχολής Juilliard της Νέας Υόρκης και πέντε μεγάλων πανεπιστημίων του Καναδά. Το 1986 μπήκε στο Θεατρικό Hall of Fame και το 1999 στην αντίστοιχη επετηρίδα του Καναδά.

Τζέιμς ΜακΑβόι
Γεννήθηκε στη Γλασκώβη το 1979 και αποφοίτησε από τη Βασιλική Δραματική Σχολή της Σκωτίας. Ξεκίνησε την καριέρα του με μικρούς ρόλους στο πολεμικό δράμα «Regeneration» και την επιτυχημένη σειρά του HBO «Band of Brothers», σε παραγωγή Τομ Χανκς και Στίβεν Σπίλμπεργκ. Συνέχισε με την πολιτική σειρά του BBC «State of Play», το πιο επιτυχημένο εξαγώγιμο προϊόν της Μεγάλης Βρετανίας τα τελευταία χρόνια και με την κωμωδία του Στίβεν Φράι, «Bright Young Things». To 2005 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Το Χρονικό της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα», που εξελίχθηκε σε παγκόσμια φαινόμενο, ξεπερνώντας τα 700 εκ. δολάρια σε εισιτήρια παγκοσμίως. Την επόμενη χρονιά κέρδισε την εκτίμηση της κριτικής στο «Ο Τελευταίος Βασιλιάς της Σκοτίας», δίπλα στον Φόρεστ Γουίτακερ.
Η επόμενη ταινία του, «Εξιλέωση», άνοιξε το Φεστιβάλ Βενετίας του 2007, ενθουσίασε κοινό και κριτικούς και οδήγησε τον ΜακΑβόι σε υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα και βραβείο BAFTA. Το 2008 πρωταγωνίστησε στη μεγάλη εμπορική επιτυχία «Wanted» του Ρώσου Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ, δίπλα στην Αντζελίνα Τζολί και τον Φόρεστ Γουίτακερ.

Πολ Τζιαμάτι
Απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Yale, ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο, αποσπώντας εκπληκτικές κριτικές. Στον κινηματογράφο κέρδισε την προσοχή του κοινού το 1997 με την κωμωδία «Private Parts» και με δεύτερους αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους στις ταινίες «Ζωντανή Μετάδοση – The Truman Show», «Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» και «Οριακές Διαπραγματεύσεις – The Negotiator». Ωστόσο, τον καθοριστικό ρόλο της καριέρας του, του τον έδωσε ο Μίλος Φόρμαν στη βιογραφία του Αντι Κάουφμαν, «Ανθρωπος στο Φεγγάρι». Ως πρωταγωνιστής ο Τζιαμάτι ξεχώρισε στην ταινία «American Splendor», ενσαρκώνοντας τον κομίστα Χάρβεϊ Πεκάρ. Για τις ερμηνείες του στο «Πλαγίως» του Αλεξάντερ Πέιν και «Cinderella Man» του Ρον Χάουαρντ τιμήθηκε με πολλά βραβεία, ενώ για τη δεύτερη ήταν υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα και Βραβείο Οσκαρ. Το 2006 συμμετείχε στις ταινίες «Lady in the Water» του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν και «The Illusionist» δίπλα στον Εντουαρντ Νόρτον. Για το ρόλο του ως Τζον Ανταμς στην ομότιτλη μίνι-σειρά του HBO τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα και βραβείο ΕΜΜΥ.